Κάποτε τ’ άφτιαξα με ένα άλογο
και του έβαλα στα πέταλα καρφιά
για νάχω φίλο και μια συντροφιά
στον κόσμο τούτο τον παράλογο
Ήταν μια πανέμορφη, άξια φοράδα
με τρίχωμα πλούσιο, όμορφο και λείο
και μία χαίτη, στ’ αλήθεια, μεγαλείο
μα ήτανε κι’ αυτή μεγάλη σουσουράδα
Καβάλα τρέχαμε στους κάμπους λεύτερα
σε βουνοκορφές, ποτάμια και λαγκάδια
και γέμισα την καρδιά μου πούταν άδεια
χωρίς λόγια επιπόλαια και δεύτερα
Μα όπως όλες οι καθαρόαιμες φοράδες
είχε το συνήθειο να κάνει κουτουράδες
δεν της άρεσε πολύ αυτή η κατάσταση
και ήθελε στεφάνι και αποκατάσταση